ΑΦΙΕΡΩΜΑ στον ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟ

 

Γρηγόριος Ξενόπουλος  (1867 – 1951)


   Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, από τους κορυφαίους και πολυγραφότερους έλληνες πεζογράφους (ίσως ο πολυγραφότερος της ελληνικής λογοτεχνίας) και συνάμα από τους πιο πολυδιαβασμένους, διακρίθηκε κυρίως ως μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Έγραψε επίσης πληθώρα διηγημάτων και ως κριτικός γνώρισε στο ελλαδικό κοινό τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη.

Ο Ξενόπουλος καλλιέργησε το ηθογραφικό, το κοινωνικό και το αστικό πεζογράφημα, στην αρχή σε γλώσσα καθαρεύουσα κι αργότερα σε στρωτή δημοτική. Τα θέματα των έργων του εξελίσσονται κυρίως στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Ζάκυνθο, αλλά και στην Αθήνα. Μεγάλους του δασκάλους της τέχνης του θεωρούσε τους Ντοντέ, Μπαλζάκ, Ζολά και Ντίκενς. Μεγάλο μέρος του έργου του άντεξε στο χρόνο και εξακολουθεί να ενδιαφέρει το αναγνωστικό κοινό χάρη στις τηλεοπτικές διασκευές μυθιστορημάτων του.

  Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1867 στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γιος του Διονυσίου Ξενόπουλου (ή Ξυνόπουλου) με καταγωγή από τη Ζάκυνθο και της Ευθαλίας Θωμά, μιας αρκετά καλλιεργημένης γυναίκας. Τον Οκτώβριο του 1868, η οικογένεια Ξενόπουλου εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου ο Γρηγόριος μεγάλωσε και περάτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές.

Το 1883 γράφτηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά στα πέντε χρόνια της φοίτησής του παρακολουθούσε περισσότερο τα μαθήματα της Φιλοσοφικής Σχολής, ενώ παράλληλα μάθαινε ξένες γλώσσες και διάβαζε μανιωδώς λογοτεχνικά βιβλία. Όπως ήταν φυσικό δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του και από το 1892, που εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Μέχρι το θάνατό του δεν άσκησε άλλο επάγγελμα και βιοποριζόταν αποκλειστικά από την πένα του.

Το 1885 είναι η χρονιά που εισέρχεται στο λογοτεχνικό στίβο με το πεζογράφημα «Ελληνικού αγώνος το τριακοσιάδραχμον έπαθλον». Θα ακολουθήσουν αλλεπάλληλες σειρές από διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, που δημοσιεύτηκαν είτε σε περιοδικά και εφημερίδες, είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις.

Το 1905 δημοσίευσε το μυθιστόρημά του «Ο Κόκκινος Βράχος», που αφηγείται την τραγική ιστορία της Φωτεινής Σάντρη, η οποία ερωτεύεται τον πρώτο της εξάδελφο και αυτοκτονεί, όταν αυτός παντρεύεται μια άλλη. Το μυθιστόρημα μεταπλάστηκε σε θεατρικό έργο με τον τίτλο «Φωτεινή Σάντρη» και ανέβηκε το 1908 από τον θίασο της Κυβέλης. Ήταν η πρώτη μεγάλη θεατρική επιτυχία του Ξενόπουλου. Το 1949 μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου.

Το μυθιστόρημά του αυτό σηματοδοτεί την απαρχή του αστικού νεοελληνικού μυθιστορήματος, όπως και το κατοπινό «Μαργαρίτα Στέφα», που αναφέρεται στην ερωτική ιστορία ενός Ζακυνθινού αρχοντόπουλου με ένα κορίτσι λαϊκής καταγωγής. Το έργο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη το 1982 από τον Κώστα Πρέκα.

   Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος ανάμεσα στη Μιράντα και την Αλίκη το 1920. Πολλά από τα θεατρικά του, που βασίζονταν σε προγενέστερα έργα του, ήταν δημοφιλή στη διάρκεια του μεσοπολέμου και παραστάθηκαν τόσο από το Εθνικό Θέατρο όσο από θιάσους του ελευθέρου θεάτρου, όπως της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Κυβέλης, της Αλίκης και του Αιμίλιου Βεάκη. Από τα πιο γνωστά είναι «Το μυστικό της κοντέσσας Βαλέραινας» (1904), μεγάλη επιτυχία της Μαρίκας Κοτοπούλη, που αποτελεί διασκευή του διηγήματος «Το Μυστικό της Βαλέραινας» (1895), «Στέλλα Βιολάντη» (1909), βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα, «Το Φιόρο του Λεβάντε» (1914) και «Οι Φοιτηταί» (1919).

Έργα του που μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση, εκτός από τη «Μαργαρίτα Στέφα», είναι τα «Τερέζα Βάρμα Δακόστα» (1975), «Αναδυομένη» (1978), «Ο κόσμος και ο Κοσμάς» (1981), «Ανάμεσα σε τρεις γυναίκες» (1982), «Το φάντασμα» (1990) κ.ά.

Για σχεδόν μισό αιώνα (1896-1945), ο Γρηγόριος Ξενόπουλος υπήρξε ο ιθύνων νους (ως αρχισυντάκτης και διευθυντής) του νεανικού περιοδικού «Η Διάπλασις των Παίδων». Χιλιάδες ελληνόπουλα όλα αυτά τα χρόνια γνώρισαν κι αγάπησαν τον Ξενόπουλο από τις επιστολές του, που τις υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Φαίδων».

Επίσης υπήρξε ο ιδρυτής του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Εστία», που εκδίδεται από το 1927 έως σήμερα. Το 1931 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Την κριτική την θεωρούσε «πάρεργο», αλλά στο ιστορικό άρθρο του «Ένας ποιητής», που δημοσιεύτηκε στις 30 Νοεμβρίου 1903 στο περιοδικό «Παναθήναια», σύστησε στο ελληνικό κοινό τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν θλιβερά. Στις 16 Αυγούστου 1944, τις τελευταίες ημέρες της κατοχής, η οικία του επί της οδού Ευριπίδου 38 στην Αθήνα ανατινάχθηκε από αγνώστους. Ο Ξενόπουλος και η οικογένειά του είχαν προειδοποιηθεί και διασώθηκαν, αλλά καταστράφηκαν όλα τα υπάρχοντά του, τα χειρόγραφά του, η πολύτιμη βιβλιοθήκη του και το αρχείο του.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος πέθανε φτωχός και πικραμένος από μια τέτοια συμφορά στις 14 Ιανουαρίου 1951 στην Αθήνα, σε ηλικία 83 ετών. Είχε νυμφευτεί δύο φορές. Το 1894 την Ευφροσύνη Διογενίδη, με την οποία απέκτησε μία κόρη και το 1901 με τη Χριστίνα Κανελλοπούλου, με την οποία απέκτησε άλλες δύο κόρες.


Αξίζει να παρακολουθήσετε το παρακάτω ραδιοφωνικό αφιέρωμα.

 


Από τα έργα του ξεχωρίζουν:

Στέλλα Βιολάντη - Μικρό απόσπασμα από το Θέατρο της Δευτέρας



Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας - Το θέατρο στο Ραδιόφωνο



Φωτεινή Σαντρή ή Ο κόκκινος Βράχος
(ταινία, Ζάκυνθος, 1949)



Ο ποπολάρος ( θεατρικό έργο που στηρίζεται στη νουβέλα του Ο Αντάρτης, 1913)


 Αποσπάσματα από έργα του:


Γρηγόριος Ξενόπουλος «Το ψωμί» (απόσπασμα) 

Το ψωμί (απόσπασμα)

Το μεγάλο σάστισμα, η μεγάλη τρεμούλα τής είχαν περάσει. Και πιο ψυχρά τώρα, καθώς περπατούσε μηχανικά, συλλογιζόταν σε τι συμφορά την έριχνε η άρνηση του κουμπάρου κι’ η άργητα του μπάρμπα...
Ούτε ο ένας τής έφταιγε, ούτε ο άλλος, ούτε κανείς. Κι’ όμως μαζί με τη λύπη της, αισθανόταν τώρα κ’ ένα θυμό. Ένα μεγάλο θυμό, μια λύσσα, που γύρευε να ξεθυμάνει. Και στην ταραγμένη της σκέψη, ξεχνώντας ακόμα και το γιο της τον προκομμένο, τάβαλε... με το ψωμί.
«Ωχ! αδερφέ! συλλογιζόταν. Ούλα για τούτο το ψωμί! Μόχτος, κόπος, πόνος, αγώνας, για το ψωμί! Όβολα για το ψωμί! Οχτρίες, φιλίες, κουμπαρίες, για το ψωμί! Ανακατώματα, σούσουρα, καυγάδες, φονικά, για το ψωμί! Κι’ ατιμίες ακόμα, για το ψωμί... Να, κι’ εγώ η ίδια τώρα, αν ήμουν πηλιό νια, ποίος το ξέρει τι θάκανα για το ψωμί... ποίος το ξέρει!... Ο Διάολος, καλέ, θα φώτισε τον Αδάμ να το κάμει! Τι τόθελε; Δεν άφηνε καλύτερα να τρώμε το σταράκι ωμό και φρέσκο σαν το γάλα, όπως τρώμε και την πιτσούνα του καλαμποκιού;...
Όχι, λέει, ναν το ξεράνεις! ναν το αλέσεις, ναν το ζυμώσεις! ναν το ψήσεις! να γένεις φούρναρης! Και πάλε, μήπως, μπορούν ούλοι να γενούνε φουρναρέοι; Πέντε-δέκα μοναχά, κι’ ούλοι οι άλλοι κρεμασμένοι από δαύτους! Κι’ εγώ σήμερα να πηγαίνω στο φούρνο, ναν τόνε βλέπω γιομάτο καρβέλια, να πεινάνε στο σπίτι τα παιδιά μου και να γυρίζω με αδειανά χέρια!... Α, δεν είναι πράμα του Θεού το ψωμί!... Είναι του Διαόλου!
Ποτές δε θα ησυχάσει ο κόσμος, αν δεν πάψει να κάνει ψωμί! Πόσ’ άλλα πράματα δε μας έδωκε ο Θεός να τρώμε! Και το στάρι βέβαια. Μα δε μας είπε ναν το κάνουμε αλεύρι και πίτουρο και νάχουμε μαύρο ψωμί για τους φτωχούς, άσπρο για τους μέτριους, παντεσπάνι για τους πλούσιους, κι’ αέρα φρέσκο για όσους δεν έχουνε φαρδίνι;!... Να χαθεί το παλιό-ψωμο! το πράμα του Διαόλου!»
Σ’ αυτή τη βλαστήμια είχε σταματήσει η σκέψη της, όταν, καθώς περνούσε από ένα πεζοδρόμιο σ’ άλλο της Στράτας-Μαρίνας, είδ’ εκεί χάμου, στο κοκκινόχωμα του δρόμου στον ήλιο, ένα κομματάκι ψωμί. Ήταν ψίχα με λίγη πέτσα. Αποφαούδι κανενός χορτασμένου, ίσως και σκύλου... Δε φαινόταν ούτε πολύ ξερό ούτε πατημένο. Και τα μερμήγια, ένα πλήθος, τόχαν περιζωσμένο, και το τρώγανε.
- Α!...  
Η Νικολέττα η Καλούνενα στάθηκε, έσκυψε, το σήκωσε, το τίναξε, το φύσηξε, το φίλησε ευλαβικά, το έφερε στο μέτωπό της, έκαμε το σταυρό της και το απίθωσε εκεί στο πεζούλι μιας παρεθύρας, για να μην το πατούνε...
Ψωμί πεταμένο! Τι αμαρτία!
«Θε μου και συχώρεσέ με! είπε μέσα της. Ξαστόχησα πως είναι το Σώμα του Χριστού, η Αγία Κοινωνία, Μεταλάβωμα και το Μυστήριό σου!... Συχώρεσέ με που βλαστήμησα. Δεν είναι του Διαόλου. Είναι δικό σου! Εσύ Θε μου, εφώτισες τον άνθρωπο να το φτιάνει. Είναι καλό κ’ ευλοημένο! Ψωμί ψωμάκι το λένε...»
Όλος της ο θυμός είχε γυρίσει σε μια κατάνυξη που της ανέβαζε δάκρυα... Όλο της το μίσος είχε διαδεχθεί μια επιείκεια για τους ανθρώπους, που την αδικούσαν -και πρώτα-πρώτα το γιο της τον προκομμένο- και μια τρυφερότη για τανήλικα, ταθώα, που την περίμεναν τώρα ήσυχα στο σπίτι να τους πάει ψωμί, -ψωμί καλό κ’ ευλοημένο, ψωμί- ψωμάκι, πράμα του Θεού...
Έπρεπε να τους πάει με κάθε θυσία.
Και δεν της έμενε άλλο, παρά ν’ απλώσει το χέρι και στο διαβάτη.
Θα τόκανε κι’ αυτό –διακονιάρισσα για το ψωμί.
Μπήκε σ’ έναν ισκιερό δρομάκο, ακούμπησε σ’ έναν παλιότοιχο, σκέπασε ακόμα το χλωμό πρόσωπό της με το μαύρο της μαντηλόνι και, όταν πέρασε από μπρος της ο πρώτος καλοντυμένος, θαρρετά, αποφασιστικά, η Νικολέττα η Καλούνενα, άπλωσε το χέρι της κι’ επρόφερε:
- Ελεημοσύνη!

Στον τόμο: Ο Μινώταυρος, έκδοση «Γραμμάτων Αλεξανδρείας», 1925

1. άργητα = καθυστέρηση, αργοπορία
2. ούλος = όλος
3. όβολα = χρήματα
4. οχτρία = έχθρα
5. κουμπαρία = κουμπαριά
6. πήλιο = πιο
7. πιτσούνα = μεγάλο ψωμί, επίμηκες και τραπεζοειδές
8. κρεμασμένος = εξαρτημένος
9. ναν = να
10. μέτριος = αυτός που ανήκει στη μεσαία κοινωνική τάξη
11. παντεσπάνι = παρασκεύασμα ζαχαροπλαστικής από αλεύρι, αυγά και ζάχαρη, που ψήνεται στο φούρνο
12. φαρδίνι = νόμισμα τριών λεπτών κατά την περίοδο της Αγγλικής Προστασίας στα Επτάνησα
13. αποφαούδι = αποφάγι
14. απιθώνω = τοποθετώ, αποθέτω
15. παρεθύρα = μεγάλο παράθυρο
16. ξαστοχώ = λησμονώ
17. τρυφερότη = τρυφερότητα
18. διακονιάρισσα = ζητιάνα
19. μαντηλόνι = κάλυμμα του κεφαλιού και των ώμων των γυναικών

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΣΤΕΦΑ

Ἤθη Ἐπαρχιακά.

Ὁ Γιακουμάκης Στέφας ἦτο γέρων ἄνω τῶν ἑβδομήκοντα ἐτῶν, ἀλλ' ἡ ὄψις του ἐν γένει τὸν ἐδείκνυε πολὺ νεώτερον. Εὐθυτενὴς τὸ σῶμα, ζωηρὸς ἀρκετὰ τὰς κινήσεις, εὔχρους, μὲ πρόσωπον ἐξυρισμένον, χωρὶς μύστακα, ἐφόρει τὴν ἀφελῆ καὶ καθαρίαν ἐνδυμασίαν του, − ἄσπρον πανταλόνι λινὸν καὶ γιατέκαν ἀπὸ μαῦρο σόφι, μὲ ἀνοικτὸν ἄσπιλον ὑποκάμισον, ἐφ' οὗ ἔπιπτον αἱ ἄκραι τοῦ στενοῦ μαύρου λαιμοδέτου καὶ μὲ κασκέτον ἢ μπερετόνι ἀπὸ μαῦρον μεταξωτὸν μὲ στιλπνὴν προμετωπίδα, − τὴν ἐνδυμασίαν αὐτὴν τὴν ἐφόρει μ' ἐλευθερίαν καὶ ἄνεσιν σπανίαν δι' ἄνθρωπον τῆς ἡλικίας του. Ἤρκει νά τόν ἔβλεπέ τις μόνον, διὰ νὰ συμπαθήσῃ πρὸς αὐτὸν ζωηρῶς, καὶ πρὶν ἀκόμη διαστείλῃ τὸ χεῖλος εἰς τὸ σύνηθές του γλυκύτατον μειδίαμα, τὸ ἀποκαλύπτον ὀδοντοστοιχίαν πλήρη καὶ λευκήν.

Ὅταν προσετέθη καὶ αὐτὸς εἰς τοὺς περὶ τὸν Τόνην, ἐξαπλωθεὶς ἐπὶ μιᾶς πολυθρόνας καὶ κατὰ τὴν προτροπὴν τῆς συμβίας του ἀφαιρέσας τὸ μπερετόνι του, ἡ ὁμιλία ἐτράπη ἐπὶ τὰ πολιτικά.

«Ἐτούτη τὴ βολὰ ὅμως» ἤρχισεν ὁ σιὸρ Γιακουμάκης, ἄνευ οὐδενὸς προηγουμένου δικαιολογοῦντος τὸν ἐναντιωματικὸν «τὸν παπάκη σου θάν τονε κάμουμε πρῶτο· ἆ, πρῶτα ὁ Θεὸς καὶ ὁ Ἅγιος».

− Ναί, μὰ ποῦ δὲν εἶνε βέβαιο ἀκόμα ἂν θὰ ἐκτεθῇ;

− Μπᾶ, καὶ γιατί;

− Δὲν εἶδες ντισφάτα ποῦ ἔφαγε στὴν τελευταία ἐκλογή;

− Χμ! καὶ ποῖος τοὖπε νὰ κάμῃ τὸ ἀτζάρντο νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ κόμμα του καὶ νὰ στήσῃ κάλπη μοναχός του; Τόρα ποῦ ἐγύρισε πάλι καὶ θάν τονε βγάλῃ τὸ κόμμα του … ἆ μάλιστα … μάλιστα…

− Ὥστε, παναπῇ, δέν τονε ψηφᾷς σὰν Τοκαδέλο, παρὰ σὰν μηλιανό.

− Ἐγὼ νά σου πῶ· προκειμένου γιὰ τὸν πατέρα σου, τὸν παλαιό μου φίλο, δὲν ἀκούω οὔτε μηλιανούς, οὔτε λουβαίους. Μὰ ὁ κόσμος ἐδῶ δὲν κάνει σήμερα ἔτσι· θέλει τὸ κόμμα του καὶ δὲν ἀκούει τίποτσι ἄλλο. Μπορεῖ νά σου ψηφίσῃ, λέει ὁ λόγος, τὸν Τζαντζίλια ἀπὸ τὸ Γέτο, φτάνει νὰ ἰδῇ παντιεροῦλα στὴν κάλπη του.

− Στὴν Πάτρα, ποῦ λέμε πῶς εἶνε ἀπολίτιστοι καὶ ἄγριοι, δὲν τὰ κάνουν ἔτσι.

− Μὰ πῶς, δὲν ἔχουνε κόμματα ἐκεῖ; ἠρώτησεν ἔκπληκτος εἰς τὸ ἄκουσμα ἡ σιόρα Γιακουμάκαινα.

Ὁ Τόνης ἐπεξήγησε τότε ἐν συντομίᾳ πῶς τὰ κόμματα, ἓν συμπολιτευόμενον καὶ ἓν ἀντιπολιτευόμενον, ὑπάρχουν βέβαια καὶ ἐκεῖ ὅπως παντοῦ· ἀλλὰ ἐκτιμοῦν λίγο καὶ τὴν προσωπικὴν ἀξίαν. Μὲ ἄλλους λόγους ἐκεῖ, λέει, συντρέχει ὅποιος θέλει καὶ ψηφίζει ὅποιον θέλει· ὄχι σὰν ἐδῶ, ποῦ ἂν δέν σε χρίσῃ ὑποψήφιο ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο κομματάρχιδες, δὲν τολμᾷς νὰ βγῇς, ὅποιος καὶ ἂν εἶσαι καὶ ὅση ἀξία καὶ ἂν ἔχῃς, γιατ' εἶσαι βέβαιος πῶς δέν θα πάρῃς κουκί, καὶ ποῦ τὸ χειρότερο, ἂν τολμήσῃς ἐσὺ ὁ μηλιανὸς νὰ ψηφίσῃς καὶ κανένα φίλο σου λούβη, σὲ λένε ἀμέσως προδότη…

− Τόρα τόσα χρόνια ἔτσι ἐσυνειθίσαμε. Καθένας μὲ τὸ αἴσθημά του.

− Μὰ κακά.

− Μὰ γιατὶ κακά; Ἐσεῖς οἱ νέοι τὰ ἐβγάλατε ἀφτοῦνα. Τσοὶ γέρους τόρα ἡ νέα πλάση δέν μας στιμάρετε γιὰ τίποτα καὶ δὲν ἀκοῦτε ποτὲς ἐκεῖνο ποῦ σας λέμε.

Ἡ Μαργαρίτα ἔκλινεν εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς τὴν κεφαλὴν χωρὶς νἀπαντήσῃ.

Πρὶν ἢ προφθάσῃ ὁ Τόνης νἀναπτύξῃ εἰς τὸν σιὸρ Γιακουμάκην ὅλους τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεώρει πολὺ ἐπιζήμιον δι' ἕνα τόπον τὴν κομματικὴν ἀποκλειστικότητα, ὑπερμαχῶν τῆς προσωπικῆς ἀξίας καὶ τοῦ ἀνακατώματος εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν, ἐν ᾧ αἱ γυναῖκες τὸν ἤκουαν ἐν σιωπῇ χωρὶς νὰ ἐννοοῦν καὶ πολλὰ πράγματα, − τὸν διέκοψεν ἓν ὡρολόγιον μὲ τὴν εὔηχον μεταλλικὴν φωνὴν σημαῖνον τὴν μεσημβρίαν, ἐν ᾧ ταυτοχρόνως ὁ μέγας κώδων τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἤρχισε νἀντιλαλῇ ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ του κατοικητηρίου ἀνὰ τὴν πόλιν ρυθμικῶς καὶ βαρέως τὴν ὥραν τῆς διακοπῆς καὶ τῆς ἀναπαύσεως. Καὶ ἄλλα ὡρολόγια καὶ ἄλλα κωδωνοστάσια μακρυσμένα ἤχησαν συγχρόνως, ἠκούσθη δ' ἐπί τινα λεπτὰ συναυλία τις κωδώνων καὶ κωδωνίσκων, διαχύσασα τὴν εὐφροσύνην εἰς τὰς καρδίας τῶν ἐργαζομένων καὶ τῶν ἀνυπομόνων, ἐπισπεύσασα βήματα ἀργῶν, συμμαζεύουσα τοὺς ἀτάκτους δείκτας καὶ περιελίξασα διὰ ξηροῦ τριγμοῦ τὰ χαλαρὰ ἐλατήρια τῶν χρονομέτρων τοῦ θυλακίου.

Ὑπακούουν εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτὴν οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ὁ Τόνης ἐζήτησε μία κοῦπα νερὸ καὶ ἐσηκώθη νὰ φύγῃ. Ἡ Μαργαρίτα ἔσπευσε νὰ ἐγχύσῃ ἐκ πηλίνου τινὸς ἀγγείου εἰς τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνοδεύσει τὸν καφὲν καὶ ἀπέκειτο ἐπὶ τοῦ δίσκου κενόν, καὶ νὰ τού το προσφέρῃ. Ἐκεῖνος τὸ ἔπιεν ὄρθιος καὶ τὸ ἀπέθεσε μόνος ἐπὶ τῆς τραπέζης, εὐχαριστήσας διὰ μειδιάματος τὴν Μαργαρίταν, ἡ ὁποία ἔτεινε τὴν χεῖρα νὰ λάβῃ τὸ ποτήριον.

Ἐγκάρδιοι ἦσαν οἱ ἀποχαιρετισμοί, αἱ διαβεβαιώσεις τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης, αἱ ὑποσχέσεις συχνῶν ἐπισκέψεων. Τὰ παιδία ἠγέρθησαν πρὸς τιμήν του καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι τὸν προέπεμψαν μέχρι τῆς κλίμακος, ἐκτὸς τῆς Μαργαρίτας, ἡ ὁποία ἔτρεξε νὰ σύρῃ τὸ σχοινίον τῆς θύρας καὶ νὰ προβάλῃ εἰς τὸ παράθυρον νά τον ἴδῃ φεύγοντα. Ὁ κρότος τῶν βημάτων του ἐπὶ τοῦ λιθοστρώτου ἔκαμε μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τὴν Ἄντζολαν, τὴν ἀναθρεφτὴν τῆς Παναγιώτας, νἀφήση, ὡς συνείθιζε, τὸν ἀργαλειόν της, καὶ νὰ σκύψῃ περίεργος ἀπὸ τὸ ἀπέναντι παράθυρον, εἰς τὴν γωνίαν τῆς πλατείας.

− Τίνος εἶνε, κυρά μου, τὸ ἀρχοντόπουλο; ἠρώτησε τὴν Μαργαρίταν, ὅταν ὁ Τόνης δὲν ἐφαίνετο πλέον.

−Εἶνε γυιὸς τοῦ Τοκαδέλου, ποῦ τον εἴχαμε μία βολὰ γείτονα.

− Κακὸ νὰ μὴν ἔχῃ τὸ ξένο ἀρχοντόπουλο μία τζόγια, εἶνε λεβέντης. Καὶ ποῦ ἔλειπε, μάτια μου;

− Στὴν Πάτρα.

− Καὶ ἦρθε νὰ κάτσῃ πηλειό;

− Ναί.

− Ἀνύπαντρος, ἀνύπαντρος;

− Ναῖσκε, ἀνύπαντρος!

Καὶ ἀνῆλθεν ἡ Μαργαρίτα καὶ ἔκλεισεν ἀποτόμως τὸ παράθυρον. Ἦτο ἡ ὥρα τοῦ γεύματος καὶ ὑπῆγε νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ τῆς τραπέζης, ἐν ᾧ ἡ νονά της ἐσχόλαζε τὰ παιδία, θέτουσα ἡ ἰδία εἰς τὰς κεφαλάς των, τὰ καλύμματα, ὅσων εἶχαν, καὶ παραγγέλλουσα τὸ στερεότυπον: νὰ πᾶνε φρόνιμα στὸ δρόμο καὶ ἅμα φθάσουνε σπίτι νὰ φιλήσουνε τὸ χέρι τοῦ σιὸρ πάρε καὶ τῆς σιόρα μάρες.

Β΄

Ἐπὶ κυανοῦ στερεώματος σελαγίζουν τρεῖς ἀστέρες χρυσοῖ καὶ κάτω, ἄνωθεν φαιοῦ συμπλέγματος βράχων, ἐκτείνει τὰς πτέρυγας ὁλόλευκος περιστερά. Τοιοῦτο ἦτο τὸ οἰκόσημον, τὸ διακρίνον ἀπὸ μακρὰ ἔτη τὴν οἰκογένειαν τῶν κομήτων Τοκαδέλων, ἔμβλημα ἀγνώστου πλέον σημασίας, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπετράπη νὰ φέρῃ μετὰ τοῦ τίτλου καὶ τῶν παρεπομένων, εὐθὺς ὡς ἀποκατέστη ἐξ Ἰταλίας εἰς τὴν νῆσον, τὴν κατεχομένην τότε ὑπὸ τῶν Ἐνετῶν. Εἶνε παλαιόθεν γεγλυμμένον ἐπὶ μαρμάρου, τοῦ ὁποίου ἀπεσβέσθησαν πλέον οἱ χρωματισμοὶ καὶ ἀνηρτημένον ὑπεράνω τῆς θύρας τῆς εἰσόδου εἰς τὸ προγονικὸν παλάτιον τῆς Πλατείας Ῥούγας. Ἀλλ' ἡ κατάστασις αὕτη τῆς γλυφῆς ἐμπνέει μελαγχολικὰς σκέψεις εἰς τὸν θεώμενον, ὡς ἐκπροσωποῦσα τὴν ἱστορίαν ὅλην τοῦ οἴκου, τὸν ὁποῖον ἐπιστέφει. Ἡ δύναμίς του ἐξέλιπεν, ὁ πλοῦτός του ἠλαττώθη, ἡ λάμψις του ἠμαυρώθη· ἀπειλεῖ δὲ νὰ καταπέσῃ εἰς τεμάχια ἐπὶ τῶν εἰσερχομένων, ἄν μὴ κρατηθῇ ὑπὸ νέου καὶ στερεοῦ ἐπιστηρίγματος.

Εἶνε ἡ τύχη αὐτὴ ὅλων σχεδὸν τῶν οἰκογενειῶν, ὅσας ἐδημιούργησεν ἐν ταῖς νήσοις ἡ ἑνετικὴ Κυριαρχία. Μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς μεγάλης Δημοκρατίας καὶ τὴν ἔλευσιν τῶν Ἄγγλων, προπάντων δὲ μετὰ τὴν ἐθνικὴν Ἕνωσιν, αἱ ἀριστοκρατικαὶ οἰκογένειαι, λείψανα τοῦ παρελθόντος, ἔχασαν μετὰ τῶν προνομίων, σχεδὸν πᾶσαν δύναμιν καὶ ἐπιρροήν. Καὶ ἐκ λόγων φυσιολογικῶν, καὶ ἐκ λόγων ἠθικῶν καὶ πολιτικῶν ἐξέπεσαν καὶ παρήκμασαν ὁλοτελῶς αἱ περισσότεραι καὶ πρὸ τοῦ ἀλαλάξαντος ἐπὶ τῇ ἐλευθερίᾳ του λαοῦ, ἀπέκρυψαν κατῃσχυμέναι ράκη μεγαλείου καὶ ἐπιμονῆς. Εἶδον ἑαυτὰς ἀντικαθισταμένας ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ τῇ δυνάμει καὶ τῇ ἐπιβολῇ ὑπὸ βλαστῶν νέων, ἀγενῶν, ἀλλὰ μεστῶν ζωῆς καὶ μέλλοντος, ἐκ τοῦ ζωοποιοῦ χυμοῦ τῶν ὁποίων ἐδέησε νὰ μεταλάβουν καὶ νἀντλήσουν νέας δυνάμεις. Στερηθεῖσαι δὲ τοῦ πλούτου, γυμνωθεῖσαι τοῦ τίτλου, ἀπολέσασαι τὴν κατὰ πρόληψιν ἰσχύν, εὑρέθησαν ἠναγκασμέναι νὰ πολεμήσουν διὰ κοινῶν ὅπλων πρὸς τοὺς κοινούς, − ὅσαι ἠθέλησαν νὰ διατηρήσουν θέσιν τινὰ ὑπεροχῆς, − πρὸς ἀπόκτησιν νέου ἀπαραιτήτου στοιχείου ἐπιτυχίας, τῆς δημοτικότητος, θωπεύουσαι καὶ κολακεύουσαι καὶ ἀνεχόμεναι τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε ἐπίεζον, κατετυρράνουν καὶ περιεφρόνουν, μισοῦσαι ὅμως αὐτὸν πάντοτε πατροπαραδότως καὶ τόρα ὅπως καὶ τότε.

Ὀλίγον μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς νήσου εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡ κοινωνία της ἐδιχάσθη φυσικῶς εἰς δύο κόμματα, τῶν ὁποίων εἶχον προσχηματισθῇ οἱ πυρῆνες κατὰ τοὺς προηγηθέντας ἀγῶνας· τὸ ἓν λαϊκόν, ἀποτελούμενον ἐξ ὅλων τῶν στοιχείων, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ νέον καθεστὼς παρεῖχε διὰ τῆς ἰσότητος προνόμια, καὶ τὸ ἄλλο ἀριστοκρατικόν, συνασπίσαν ὅλους ἐκείνους, τῶν ὁποίων διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τὰ προνόμια κατέρρεον. Καὶ τοῦ μὲν πρώτου ἀρχηγὸς ἀνεδείχθη ὁ περίφημος Μήλιας, καλὸς μὲν πολιτικὸς ἀλλὰ καὶ δημαγωγὸς εὐφυέστατος, δεξιῶς διευθύνων καὶ ἐξασφαλίζων πάντοτε ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν τελικὴν νίκην· τοῦ δὲ δευτέρου ἀρχηγοὶ ὑπῆρξαν πολλοὶ τῶν εὐγενῶν, ἀδέξιοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πολιτικοί, διαφωνοῦντες, ὑπονομευόμενοι καὶ ἐπὶ τέταρτον αἰῶνος ὑποστάντες σειρὰν σχεδὸν ἀδιάσπαστον ἡττῶν. Οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ πρῶτον κόμμα ὠνομάζοντο ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχηγοῦ μηλιανοί· ἐν ᾧ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ δεύτερον καὶ μὴ ἔχοντες ἀρχηγὸν ὡρισμένον, ὀνομάζοντο λουβαῖοι. Λούβης ἦτο τὸ ἐπώνυμον ἀνθρώπων τινῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ κοινὴ γνώμη ἐπέρριψεν ἔγκλημα τελεσθὲν ἐν τῷ τόπῳ πρωτάκουστον καὶ φοβερόν· τὴν σφαγὴν ὁλοκλήρου οἰκογενείας, μεθ' ἧς ἔτυχε νὰ ἔχουν ἔχθραν οἱ Λουβαῖοι αὐτοί, σφαγὴν ἐπεκταθεῖσαν μέχρις αὐτῶν τῶν κατοικιδίων ζώων καὶ τῶν κτηνῶν. Τῶν κατηγορουμένων τούτων τὴν ὑπεράσπισιν ἀνέλαβε τότε μετὰ ζέσεως εἷς δικηγόρος καὶ δημοσιογράφος διαπρεπὴς ἐκ τοῦ κόμματος τῶν εὐγενῶν· τοῦ ἀντιδημοτικοῦ δὲ τούτου κινήματος ἐπωφεληθέντες οἱ ἀντίθετοι μηλιανοί, τοὺς ἐπωνόμασαν ὅλους περιφρονητικῶς Λουβαίους. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀθωότητος τῶν νομιζομένων κακούργων καὶ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν ἀληθινῶν ἐνόχων − ναυαγησάντων ὀλίγον κατόπι καὶ πνιγέντων ἐκτὸς ἑνός, ὡς διὰ τοῦ δακτύλου τῆς θείας Προνοίας, − οἱ ὑπερασπισταὶ δὲν ἀπηξίωσαν νὰ κρατήσουν ὡς χαρακτηριστικὸν τὸ ἐπώνυμον, μαρτυροῦν μὲν τὴν σπουδὴν τῶν ἀντιπάλων καὶ τὴν βιαιότητα, ἀνῆκον δὲ εἰς ἀνθρώπους ἀθώους καὶ ἀληθῶς μαρτυρήσαντας… Ὁ τόπος λοιπὸν διῃρεῖτο εἰς δύο ἀντίθετα στρατόπεδα. Ἕκαστος τῶν νεοτεύκτων αὐτῶν συνταγματικῶν πολιτῶν ἔπρεπε νὰ εἶνε ἀναγκαίως ἢ μηλιανὸς ἢ λούβης. Ὡς δ' ἀνήρχετο ἡ αἰτία καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν κομμάτων τούτων ὑψηλότερα τῶν συνήθων προσωπικῶν προτιμήσεων καὶ ἀντιπαθειῶν, ἔχουσα τὰς ρίζας εἰς κοινωνικὴν διαίρεσιν παλαιάν, συνθλίψασαν τὸν τόπον ἐπὶ αἰῶνας, καὶ ὡς ἤγειρεν ἡ ἔκτακτος προσωπικότης τοῦ Μήλια ἀληθῆ ὑπὲρ αὐτοῦ φανατισμόν, τὰ πάθη ἐκεῖ διετέλουν εἰς διαρκῆ ἔξαψιν καὶ ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς εἶχεν ἐπὶ συνεχῆ ἔτη μεταβάλει τὴν πόλιν − vituperio delle genti − εἰς πεδίον ἀγῶνος ἀμειλίκτου, ἀλληλοφαγώματος καὶ ἐξοντώσεως. Ἡ τρομοκρατία ἐβασίλευσεν ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν αὐτῆς μορφήν· τὸ πιστόλιον, ἡ μάχαιρα καὶ τὸ ρόπαλον ἀπετέλεσαν ἀπαίσιον ὑπὲρ τὴν κεφαλήν της σύμπλεγμα· ἐκ τῶν συχνῶν δὲ τούτων ἐρίδων, τῶν ἐκφοβίσεων, τῶν ἐσπευσμένων φυγῶν καὶ τῶν παλμῶν, τὰ δυστυχῆ ἀνθρώπινα πλάσματα, ὅσα δὲν εἶχον ἀνεπτυγμένα τὰ θηριώδη ἔνστικτα, εἶχον καταντήσει καρδιακά.

Ὁ Ριχάρδος Τοκαδέλος ἦτο μηλιανός.

Ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔβλεπε καὶ κατενόει τὴν οἰκτρὰν τοῦ οἰκοσήμου του κατάστασιν, ἦτο αὐτός· καὶ ἄλλο δὲν εὕρισκε σήμερον ἐπιστήριγμα παρὰ τὸ ρητὸν τὸ ἀναγεγραμμένον δημοκρατικώτατα ἐπὶ τοῦ θυρεοῦ τοῦ νέου του Βασιλέως. Ἔπρεπε νὰ κολακεύσῃ τὸν λαὸν ἵνα διὰ τῆς ἀγάπης του ἀναδειχθῇ. Τὸ πρῶτόν του λοιπὸν δημοκοπικὸν κίνημα ἦτο, ἀπολακτίζων δῆθεν τοὺς εὐγενεῖς, νὰ καταταχθῇ εἰς τὸ λαϊκὸν κόμμα· διότι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ πολυπληθέστερον καὶ ἰσχυρότερον ἦτο ἱκανὸν νὰ τὸν περιβάλῃ δι' ἀξιωμάτων καὶ νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ πάλιν εἰς τὴν θέσιν τῆς ὑπεροχῆς καὶ τῆς πιέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἦγεν ἡ ἀτομική του φιλοδοξία καὶ αἱ οἰκογενειακαί του παραδόσεις. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ ἐλευθέρως, εἰμὴ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του, τοῦ κόντε Παύλου. Τὸν ἀριστοκρατικὸν γέροντα, τὸν ἀμείλικτον καὶ ἄκαμπτον, συνείθισε νὰ φοβῆται καὶ νὰ σέβεται· οὐδ' ἤθελε νὰ λυπήσῃ δι' ἀσυμβιβάστου διαγωγῆς καὶ ὑποχωρήσεως τὰς τελευταίας ἡμέρας ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἐν γήρατι βαθεῖ, ἀντετάχθη ὅσον ἠδύνατο εἰς τὴν Ἕνωσιν, ὡς ὁ καταχθονιώτερος τῶν Καταχθονίων, ἐμίσησε πᾶσαν ἰδέαν φιλελευθέραν, τὴν δὲ ζωήν του ὅλην διῆλθεν ἐν διηνεκεῖ ἀγῶνι πρὸς τὸν λαόν, ἀρχίζοντα ἤδη νἀνασείῃ τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὴν δεσποτικὴν τῶν τυράννων του πτέρναν. Ἐν μιᾷ τῶν αἰθουσῶν τοῦ ἀρχοντικοῦ παλατίου, ὑπῆρχεν ἰδιαιτέρως ἀνηρτημένη ἡ εἰκὼν τοῦ Παύλου Τοκαδέλου, ἔργον ζωγράφου περιφήμου, τοῦ Δοξαρᾶ, παριστῶσα αὐτὸν ὁλόκληρον ἐν φυσικῷ μεγέθει ἐντὸς πλαισίου παχέος χρυσοῦ. Ἡ ὄψις ἐκείνη εἶχέ τι τὸ ἐξόχως ἐπιβάλλον. Περιβεβλημένος τὴν μελανὴν αὐτοῦ ἐνδυμασίαν, στενὸν πανταλόνιον, ρεδιγκόταν μὲ μεγάλα ἀνοικτὰ φιλέτα καὶ ὑπερμεγέθη κομβία, καὶ γιλέκιον κλειστὸν μέχρι τοῦ λαιμοῦ, τὸν ὁποῖον περιέσφιγγον αἱ πολλαπλαῖ σπεῖραι τοῦ λαιμοδέτου, δὲν ἐπεδείκνυε καθ' ὅλον αὐτοῦ τὸ ὕψος ἄλλο φαιδρὸν σημεῖον, εἰμὴ δύο−τρεῖς κρίκους τῆς χρυσῆς ἁλύσεως τοῦ ὡρολογίου του, ἀφ' ἧς ἐκρέματο σιγγίλιον βαρύ. Ἐπὶ τοῦ ὠχροῦ, τοῦ ἐξυρισμένου προσώπου του διεχεῖτο στυγνότης καὶ πικρία. Τὰ παχέα χείλη κατάκλειστα, ὁ πώγων ὀξύς, ἡ μύτη γρυπή· τὸ μέτωπον πλατὺ καὶ φαλακρόν. Οἱ ὀφθαλμοὶ πλησίον ὁ εἷς τοῦ ἄλλου, μικροὶ καὶ περιβαλλόμενοι ὑπὸ ὀφρύων σχεδὸν ἡμικυκλικῶν, ἐξηκόντιζαν βλέμμα ὅμοιον πρὸς πτηνοῦ νυκτοβίου. Τὰ δὲ μικρόκογχα ἀριστοκρατικά του ὦτα ἐφαίνοντο ὀξυνόμενα, ὡσεὶ ἐπτοημένα ὑπὸ ἀσυνήθους ὀχληροῦ θορύβου, ὥς τινος ψιθύρου λαϊκοῦ, φέροντος μακρόθεν λέξεις τινὰς δυσήχους ἐλευθερίας καὶ χειραφετήσεως… Καὶ παρὰ τοὺς πόδας τοῦ λευκοῦ κιονοκράνου, ἐφ' οὗ ἐστήριζε τὴν λεπτοφυᾶ χεῖρα ἐν συμπλέγματι ξίφους καὶ πίλου πτερωτοῦ, ἔλαμπον οἱ τρεῖς χρυσοῖ ἀστέρες τοῦ οἰκοσήμου του ἐπὶ οὐρανοῦ ψευδῶς γαλανοῦ καὶ ἀνεφέλου. Εἰς τὸ ἔργον τοῦ ζωγράφου ἀνέζη πραγματικῶς ὁ παλαιὸς αὐτὸς ἄρχων, ὁ τελευταῖος τῆς γενεᾶς του πρόμαχος τῶν προνομιῶν του, ὁ ὁποῖος ὡς βράχος ἄκαμπτος, ἐστάθη νὰ συντριφθοῦν ἐπ' αὐτοῦ ὅλα τὰ ἐνάντια κύματα, ὑπ' οὐδενὸς παρασυρθεὶς μέχρι τῆς στιγμῆς καθ' ἣν εἰς τὸν μονογενῆ του υἱὸν ἀφῆκε τὰς τελευταίας τυραννικὰς παραγγελίας. Ἡ μνήμη του εἰς τὸν λαὸν διετηρεῖτο ὥς τινος φάσματος ἀποτροπαίου. Διὰ τὴν πολυτέλειαν μεθ' ἧς ἔζη καὶ τὴν μεγαλοπρέπειαν τὸν ἀπεκάλουν μανίφικον, ἐν ᾧ διὰ τὴν κακίαν του καὶ τὴν καταχθονιότητα τρεμέντον. Τὰ περὶ αὐτοῦ ἀνέκδοτα, ηὐξημένα ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον ὑπὸ φαντασιῶν ζωηρῶν, ἐκυκλοφόρουν ἀκόμη, ὑποστηριζόμενα ὄχι ὑπὸ ὀλίγων μαρτύρων αὐτοπτῶν. Περὶ τοῦ Μανίφικου παραδείγματος χάριν διηγοῦντο ὅτι ἔρριψεν εἰς τὴν θάλασσαν τὰ χρυσᾶ ἐπιτραπέζια σκεύη, μετὰ τὸ γεῦμα, τὸ ὁποῖον παρέθεσε ποτὲ πρὸς ἄγγλον Ἁρμοστήν, καὶ περὶ τοῦ Τρεμέντου ὅτι θέλων νὰ ἐκδικηθῇ ἕνα χωρικόν, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ σχολιάσῃ μίαν του διαταγήν, τὸν ἔκραξε νἀνοίξῃ εἰς τὸν κῆπόν του ἕνα λάκκον διὰ φύτευμα δένδρου· ἐν ᾧ δὲ ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος εὑρίσκετο εἰς τὸ βάθος του, σκάπτων ἀκόμη, προσκαλέσας ὁ αὐθέντης τοὺς δούλους του, τοὺς διέταξε νὰ ρίψουν πάλιν μέσα εἰς τὸν λάκκον τὸ χῶμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἐργάτης εἶχεν ἐπισωρεύσει παρὰ τὰ χείλη τοῦ … τάφου του.

Τοιούτου πατρὸς ἡ ἀνάμνησις ἐβάρυνεν ἐπὶ τοῦ Ριχάρδου Τοκαδέλου καὶ αὐτὴ τὸν ἔκαμνεν, ἔλεγες, νὰ κύπτῃ περισσότερον χαιρετῶν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ τὸν λαὸν τὸν ἀγελαῖον, τοῦ ὁποίου εἶχε σήμερον καὶ τὴν ἀνάγκη καὶ τὸν φόβον. Πρὸ τῶν ἰσοτίμων του ὅμως ἐτήρει ἀγερώχως ἄκαμπτον τὸ βραχὺ σῶμα καὶ τὸν ὑψηλὸν πῖλον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἂν καὶ ἐκ περιστάσεων ἀτυχῶν εἶχε χάσει μέγα μέρος τῆς περιουσίας του καὶ ἔζη πλέον ἐκ τῶν λειψάνων της, δυνάμει κτηθείσης τινὸς ταχύτητος, δὲν ἐννοοῦσεν ὅμως νὰ ὑποχωρήσῃ ἐνώπιον οὐδενὸς τῶν ἄλλων πλουσίων εὐγενῶν, αὐτὸς ὁ πτωχότερος μέν, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἀρχαιοτάτη ἦτο ἡ εὐγένεια καὶ αἱ οἰκογενειακαὶ παραδόσεις ἐφέροντο πλήρεις ἰσχύος καὶ λαμπρότητος ὑψηλότεραι καὶ τυραννικώτεραι ὅλων. Ἔπειτα καὶ ἐκεῖνοι, μὲ τοὺς περισσοτέρους τῶν ὁποίων στενῶς ἐσυγγένευε, δὲν ἔπαυσαν νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν καὶ νὰ τὸν ἐκτιμοῦν.Ἤξευραν καλῶς ὅτι ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ φιλοδοξία τὸν ἔκαμαν νὰ συμμαχήσῃ μετὰ τοῦ Μήλια ἐναντίον των καὶ δὲν ἀμφέβαλλαν διόλου ὅτι ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν μετεχειρίζετο ὁμιλῶν πρὸς τὸν λαόν, τὸν γενόμενον αἰφνιδίως κυρίαρχον, ἦτο γλῶσσα ψευδὴς καὶ ὑποκριτική, σκοποῦσα νὰ τὸν ἀποκαταστήσῃ καὶ πάλιν δοῦλον τῶν ὀρέξεών του. Ὅπως οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἐννοούντων νὰ προκόψουν ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ κοινωνίᾳ, εἶχε καὶ ὁ Τοκαδέλος δύο γλώσσας. Τὴν μίαν, καθὼς εἴπαμεν, διὰ τὸν λαὸν καὶ ἄλλην διὰ τὴν ἀριστοκρατίαν. Τὴν πρώτην, τὴν μετεχειρίζετο ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του, ἀπὸ τοῦ παραθύρου τοῦ πολιτικοῦ Συλλόγου τῶν Μηλιανῶν ἡ Ἀγάπη, ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου εἰς τὸν Ἄμμον καὶ κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας μετὰ τῶν ἐκλογέων συνδιαλέξεις. Κατ' αὐτὴν ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ ἦτο ἡ δύναμίς του, τὸ καλὸν τοῦ τόπου τὸ μόνον μέλημά του, ἡ αὐταπάρνησις ἡ μόνη του ἀρετή, οἱ λουβαῖοι ἐλεεινοὶ καὶ τρισάθλιοι, ἡ Ἑλλὰς τὸ πρῶτον Ἔθνος τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀνάκτησις τῶν ὑπὸ δουλείαν χωρῶν γεγονὸς θετικόν. Τὴν δευτέραν, τὴν σχετικῶς εἰλικρινῆ καὶ μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὰς πεποιθήσεις του, ὡμίλει κατ' ἰδίαν μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ Μήλια, μετὰ τῶν συγγενῶν του καὶ τῶν στενῶν του φίλων, εἴτε εἰς τὰς μαλθακὰς αἰθούσας τῶν ἀριστοκρατικῶν κατὰ τὰς ἑσπερινὰς συναθροίσεις, εἴτε ἐξηπλωμένος εἰς καμμίαν τῶν ἀνέτων πολυθρονῶν τῆς Λέσχης Ὁμόνοια, ἡ ὁποία, πρὶν ἢ τὴν ἐκλαϊκεύσῃ καὶ αὐτὴν ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη, ἦτο τὸ κομψὸν ἐντευκτήριον τῆς ἀριστοκρατίας τοῦ τόπου. Κατ' αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, ὁ λαὸς ἦτο θηρίον ἀνήμερον προωρισμένον διὰ τὸν κλωβόν, οἱ Μηλιανοὶ ἄθροισμα κακούργων, ὁ τόπος μετὰ τὴν ἕνωσιν εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, τὸ ρωμαίϊκο τὸ χειρότερον Ἔθνος τοῦ κόσμου καὶ ἡ ὑπὸ τῶν Τούρκων ἢ τῶν Αὐστριακῶν κατάκτησις ἁπλῶς ζήτημα χρόνου.



ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Ας γνωρίσουμε καλύτερα τον λογοτέχνη Ν. Καζαντζάκη μέσα από τη σελίδα του ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ.

https://www.kazantzaki.gr/gr/home


Η συνάντηση του Ν. Καζαντζάκη με τον Ζορμπά.



Ο “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά” αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστά έργα του Νίκου Καζαντζάκη το οποίο έλαβε το 1954 το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος, ενώ συγκαταλέγεται στα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των εποχών σύμφωνα με την έκθεση που συντάχθηκε το 2002 από τη Νορβηγική Λέσχη του Βιβλίου.

Η πλοκή του έργου διαδραματίζεται στην Κρήτη. Η ιστορία ξεκινά τη στιγμή που συναντιούνται στον Πειραιά οι δύο βασικοί ήρωες του βιβλίου: ο Συγγραφέας και ο Ζορμπάς.

Ο Συγγραφέας, αφού εντυπωσιάστηκε με τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά και το διαρκώς φιλοσοφούμενο πάθος του για τη ζωή, αποφασίζει να τον προσλάβει ως επιστάτη στην επιχείρησή του. Στην Κρήτη, εγκαθίστανται στο ξενοδοχείο της Μαντάμ Ορτάνς, μιας ξεπεσμένης σαντέζας, που δεν αργεί να γίνει η ερωμένη του Ζορμπά, μια από τις πολλές γυναίκες της πολυτάραχης ζωής του.

Σημαντικός κορμός του μυθιστορήματος είναι οι συζητήσεις των δύο φίλων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους στο λιγνιτωρυχείο το οποίο αποδεικνύεται ένα προσχηματικό συγγραφικό κατασκεύασμα.

 Ωστόσο, ο Αλέξης Ζορμπάς ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Ζορμπάς.

Γεννήθηκε το 1865 στον Κολινδρό της Πιερίας και πέθανε στα Σκόπια το 1941. Το 1914, ο Γεώργιος Ζορμπάς, έφυγε για το Άγιο Όρος για να γίνει καλόγερος. Εκεί γνωρίστηκε με τον Καζαντζάκη κι αργότερα πήγαν στη μεσσηνιακή Μάνη για να εκμεταλλευτούν τα ορυχεία της Πράστοβας κοντά στη Στούπα, που ανήκει σήμερα στον Δήμο Δυτικής Μάνης.

Ο Ζορμπάς έφερε στη Στούπα πέντε από τα παιδιά του καθώς και την οικογένειας της κουνιάδας του. Η συνεργασία του Καζαντζάκη με τον Ζορμπά, είχε διάρκεια περίπου δύο χρόνων (1916 – 1918). Στο κορυφαίο αυτό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, παρουσιάζονται μέσα από τους μυθιστορηματικούς διαλόγους των δύο βασικών χαρακτήρων, όλα τα προβλήματα που έχουν κατά καιρούς απασχολήσει τον μεγάλο Κρητικό συγγραφέα, όπως το πρόβλημα της ελευθερίας και της διαθεσιμότητας του ανθρώπου, η μοίρα, τα όρια που έχει η ανθρώπινη δράση μέσα στον κόσμο και, κυρίως, η αγωνιστική δράση.


Αποσπάσματα από το “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά"...

 

"Όσο ζούμε μιαν ευτυχία, δύσκολα τη νιώθουμε. Μονάχα όταν περάσει και κοιτάξουμε πίσω μας, καταλαβαίνουμε ξαφνικά -και κάποτε με κατάπληξη- πόσο σταθήκαμε ευτυχισμένοι.

Μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονών φύτευε μια μυγδαλιά.

-Ε, παππούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις; Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει:

-Εγώ, παιδί μου, ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος!

-Κι εγώ, του αποκρίθηκα, ενεργώ σα νάταν να πεθάνω την πάσα στιγμή. Ποιος από τους δυο μας είχε δίκιο, αφεντικό; Θεριό είναι ο άνθρωπος στα νιάτα του, θεριό ανήμερο και τρώει ανθρώπους! (…..)

Τρώει αρνιά και κότες και γουρουνάκια, μα αν δε φάει άνθρωπο, όχι, δε χορταίνει.

Ο άνθρωπος είναι χτήνος! (…..) Τούκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.

Μωρέ, τι μηχανή είναι ο άνθρωπος!

Της βάζεις ψωμί, κρασί, ψάρια, ραπανάκια και βγαίνουν αναστεναγμοί, γέλια κι ονείρατα. Εργοστάσιο! Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα.

Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.

Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα· μοχτούσε να καταλάβει.

― Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβούμαι· όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν υπογράφω!

Αφεντικό σε συμπαθώ πάρα πολύ. Έχεις τα πάντα εκτός από λίγη τρέλα και όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται λίγη τρέλα…

Αλλιώς δεν μπορεί να σπάσει το σκοινί και να ελευθερωθεί. Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο -ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο.

Η ζωή είναι μπελάς, ο θάνατος δεν είναι. Ζωντανός άνθρωπος, ξέρεις τι θα πει; Ν’ αμολάς το ζωνάρι σου και να γυρεύεις καβγά.

Αν μια γυναίκα κοιμάται μοναχή, εμείς, όλοι οι άντρες, φταίμε.

Όλοι θα ’χουμε την άλλη μέρα, στην κρίση του Θεού, να δώσουμε λόγο.

Η δικιά μου εμένα Παράδεισο είναι ετούτη: μια μικρή μυρωδάτη καμαρούλα με παρδαλά φουστάνια και μοσκοσάπουνα κι ένα διπλόφαρδο κρεβάτι με σούστες, και δίπλα μου το θηλυκό γένος.

Να ξέραμε αφεντικό τι λένε οι πέτρες, τα λουλούδια, η βροχή !

Μπορεί να φωνάζουν, να μας φωνάζουν, κι εμείς να μην ακούμε.

Είχα, μάθει πέντ’ έξι ρούσικες λέξες, όσες μου χρειάζονταν στη δουλειά μου: «όχι, ναι, ψωμί, νερό, σε αγαπώ, έλα, πόσα».

Πάμε όξω φώναξε· κάτω από τ’ αστέρια, να μας βλέπει ο Θεός.

Εγώ, μη γελάσεις, αφεντικό, φαντάζουμαι το θεό απαράλλαχτο σαν και μένα. Μονάχα πιο αψηλό, πιο δυνατό, πιο παλαβό· κι αθάνατο.
  


Η τελευταία συνέντευξη του Ν. Καζαντζάκη.



EΠΙΛΟΓΕΣ από το έργο του

" Μπροστά στους άλλους  να στέκεσαι  χαμογελαστός -
μπροστά στον εαυτό σου να στέκεσαι αυστηρός,
στην ανάγκη να στέκεσαι  γενναίος,
στην καθημερινή ζωή  πρόσχαρος,
όταν σε χειροκροτούν να στέκεσαι  απαθής
όταν  σε σφυρίζουν  ασάλευτος."

~*~Νίκος Καζαντζάκης ~*~

Πιστεύω σ' ένα Θεό, Ακρίτα, Διγενή, στρατευόμενο πάσχοντα μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στ' ακρότατα σύνορα, στρατηγό αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες.
Πιστεύω στ' αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω πίσω από την απαυτή ροή του την ακατάλυτη ενότητα.
Πιστεύω στον άγρυπνο βαρύν αγώνα Του, που δαμάζει και καρπίζει την ύλη τη ζωοδόχα, πηγή φυτών και ανθρώπων.
Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και νύχτα παλεύει ο Ακρίτας με το θάνατο. "Βοήθεια!" κράζεις, Κύριε. "Βοήθεια!" κράζεις, Κύριε, κι ακούω.
Μέσα μου οι προγόνοι και απογόνοι κι οι ράτσες όλες, κι όλη η γης, ακούμε με τρόμο, με χαρά, την κραυγή Σου.
Μακάριοι όσοι την ακούν και χύνουνται να σε λυτρώσουν Κύριε, και λεν: "Εγώ και συ μονάχα υπάρχουμε".
Μακάριοι όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί Σου Κύριε, και λεν: "Εγώ και Συ είμαστε Ένα".
Και τρισμακάριοι όσοι κρατούν, και δε λυγούν, απάνω στους ώμους τους, το μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό: "Και το Ένα τούτο δεν υπάρχει!"

Νίκος Καζαντζάκης - "Ασκητική"

Φράσεις-αποφθέγματα του Νίκου Καζαντζάκη:

«Ξέρω τώρα. Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λέφτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο» 


«Μια αστραπή η ζωή μας... μα προλαβαίνουμε»


«Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά»


«Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν' αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα»


«Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα 'ναι πολύ αργά»


«Ο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος»


«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή»


«Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ…»


«Ολάνθιστος γκρεμός της γυναικός το σώμα»


«Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»


«Τα τετραθέμελα του κόσμου τούτου: ψωμί, κρασί, φωτιά, γυναίκα»


«Η Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα»


«Η Κρήτη δεν θέλει νοικοκυραίους, θέλει κουζουλούς. Αυτοί οι κουζουλοί την κάνουν αθάνατη»


«Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: "Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;". Πολέμα!»


«Νίκησα; Νικήθηκα; Τούτο μόνο ξέρω: Είμαι γεμάτος πληγές και στέκομαι όρθιος»


«Αν μπορείς, κοίταξε τον φόβο κατάματα και ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει»


«Όσο υπάρχουν παιδιά που πεινούν, Θεός δεν υπάρχει»


«Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο -ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο»


«Κάθε Έλληνας που δεν παίρνει, ας είναι και μια φορά στη ζωή του, μια γενναία απόφαση, προδίνει τη ράτσα του»


«Η αιωνιότητα είναι ποιότητα, δεν είναι ποσότητα, αυτό είναι το μεγάλο, πολύ απλό μυστικό»


«Σα δεν φτάσει ο άνθρωπος στην άκρη του γκρεμού, δεν βγάζει στην πλάτη του φτερούγες να πετάξει»


«Θεός δεν είναι; Ό,τι του καπνίσει κάνει. Αν δεν μπορούσε να κάμει αδικίες, τι παντοδύναμος θα ’ταν;»


«Ο,τι επιθυμείς να το φωνάζεις δυνατά, αγρίμι να γίνεσαι. Δεν ταιριάζει η μετριότητα με τη λαχτάρα»


«Η ζωή όλη είναι μια φασαρία. Μόνο ο θάνατος δεν είναι. Η ζωή είναι όταν λύνεις το ζωνάρι σου και ζητάς φασαρίες»


«Φτάσε όπου δεν μπορείς!»


«Δεν υπάρχει βαρύτερη τιμωρία από τούτη: Να απαντάς στην κακία με καλοσύνη»


«Το μεγαλύτερο ταξίδι μας το κάνουμε με την ψυχή μας»


«Αξιοπρέπεια δεν είναι στο να κατέχω τιμές, αλλά στο να τις αξίζω»


«Ποιο είναι πάνω από τα λόγια; Η πράξη. Ποιο είναι πάνω από την πράξη; Η σιωπή»


«Μπόρα είναι μαθές η ζωή, θα περάσει»






Αφιέρωμα στον Γ. Ρίτσο

 Ας γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τον πολυγραφότατο ποιητή της Ρωμιοσύνης....




Επιλογές από την ποίησή του:

Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε το 1990. Σπουδαίος και πολυγραφότατος Έλληνας ποιητής, με διεθνή αναγνωρισιμότητα, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30». Δημοσίευσε πάνω από 100 ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, 9 μυθιστορήματα, 4 θεατρικά έργα και μελέτες, με πολλά από τα έργα του να έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Το 1975 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», ο «Επιτάφιος» και η «Ρωμιοσύνη» είναι κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα του Ρίτσου, ο οποίος έχει κάνει επίσης πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών, όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κ.ά. Πολλά ποιήματα του Ρίτσου έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, τα γνωστότερα από τα οποία ήταν η «Ρωμιοσύνη» και ο «Επιτάφιος». Μεταξύ των τιμητικών διακρίσεων του Ρίτσου περιλαμβάνονται το κρατικό βραβείο ποίησης και το βραβείο Λένιν.

Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

-Τα ερωτικά

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ φεγγάρι τὸν φιλάει στὸ λαιμὸ μὲ κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τὴ στάχτη τοῦ τσιγάρου του ἀπ᾿ τὰ κάγκελα τοῦ μπαλκονιοῦ, μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριά του
μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῶν δέντρων καὶ τῶν ἄστρων καὶ τῶν ἀδελφῶν.

-Ρωμιοσύνη

Στις 9 Μαΐου 1936 λαμβάνουν χώρα στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Ω, Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θα ’στελνες τον άγγελο από πέρα.

Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες, καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.

Γιε μου, καλέ μου τα ’λεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:

Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κ’ εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.

Αχ, γιε μου, πια δε μου ’μεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.

Και, τώρα, επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ’ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου ναν τα ζεστάνω λίγο;

-Επιτάφιος

Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Όταν το διάβασε ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν (1897-1982) αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε!
Εἶναι καλό τό φεγγάρι, — δέ θά φαίνεται
πού ἀσπρίσαν τά μαλλιά μου. Τό φεγγάρι
θά κάνει πάλι χρυσά τά μαλλιά μου. Δέ θά καταλάβεις.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι μεγαλώνουν οἱ σκιές μές στό σπίτι,
ἀόρατα χέρια τραβοῦν τίς κουρτίνες,
ἕνα δάχτυλο ἀχνό γράφει στή σκόνη τοῦ πιάνου
λησμονημένα λόγια — δέ θέλω νά τ’ ἀκούσω. Σώπα.

-Σονάτα του Σεληνόφωτος

Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 1990, σε ηλικία 79 ετών. Η σορός του ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του, τη Μονεμβασιά. Άφησε πίσω του 50 ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

-Τα ερωτικά

ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ του Γ. Ρίτσου 







 


Αφιέρωμα στον Αλ. Παπαδιαμάντη


Ας γνωρίσουμε τον Αλ. Παπαδιαμάντη μέσα από την ιστοσελίδα της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών: 

https://www.papadiamantis.net/

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα του 2023. 

Ας εντρυφήσουμε σε μερικά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του συγγραφέα, αναζητώντας το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων.

                                                                Ο έρωτας στα χιόνια    



                                                                       Το χριστόψωμο




Η σταχομαζώχτρα


Υπηρέτρα


                                                                               Ντελησυφέρω



Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη


                     Ας δούμε τη ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ " Χριστουγεννιάτικες ιστορίες''











Aφιέρωμα στον Κ. Θεοτόκη


Ας ξεκινήσουμε τη γνωριμία μας με τον Κερκυραίο λογοτέχνη και διανοούμενο Κ. Θεοτόκη....


Μια μικρή γεύση από το έργο του...

Το διήγημά του Πίστομα




«Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» (απόσπασμα)

«Στο χέρι σου κρέμεται,» ξανάπε ο γέρος, «εσέ Ευλαλία, όλο το σπίτι, αν θέλεις εσύ γλιτώνει!... Ναι, γλιτώνει, αν θέλεις εσύ, Ευλαλία!...»
«Εγώ;» είπε η κόρη φοβισμένη…
Ο γέρος δεν ήξερε πώς να αρχίσει. Εκατέβασε το βλέμμα, έσιαξε το πανωφόρι του σα να κρύωνε, εκοκκίνισε, έβηξε, εκουνήθηκε και τέλος είπε συλλογισμένος.
«Ο Αριστείδης Στεριώτης, ο γιατρός… τόνε ξέρετε όλοι!»
Κ’ εσώπασε πάλι για κάμποση ώρα. «Ναι», ξακολούθησε έπειτα περίτρομος, «αυτός έχει τα περσότερα χαρτιά μου στο συρτάρι του… Δεν ξέρω πώς τ’ απόχτησε… Αλλά δε θέλω να πω αυτό. Είναι πλούσιος… θα δώσει καιρό για να πλερώσω… φτάνει μόνο… Α, Ευλαλία, μου μήνυσε σήμερα… Ήρθε εδώ ο Χαντρινός… με κουβέντιασε πολλές ώρες… Άκουσέ με, Ευλαλία!… Σε θέλει γυναίκα του!... Μπαίνει εδώ μέσα γαμπρός και μας φτιάνει τες δουλειές μας, όπως εκείνος ξέρει!... Φυσικά δεν έδωκα λόγον κανένα… Α, Ευλαλία!…»
«Ποτέ!» ανάκραξε η Ευλαλία, σταυρώνοντας τα χέρια της. Και το πρόσωπό της εγίνηκε κατακόκκινο.
«Όπως θέλεις, Ευλαλία,» αποκρίθηκε γλυκά ο πατέρας, σιάνοντας πάλι το παλιό πανωφόρι του… «Το δίκιο είναι δικό σου, Ευλαλία… Εγώ να σε βιάσω…. ω παιδί μου… Ποτέ… Αλλά… η ανάγκη, η περίσταση… Γι’ αυτό μιλώ… Τον ήθελα, λες, γαμπρό μου, Ευλαλία, το γιο του Δήμου;… Εγώ!... Αλλά πάλι είναι πολύ καλός νέος… Όχι;… Τι να γίνει… Στα σημερινά τα χάλια… δε σας φαίνεται… θα ’πρεπε να δεχτούμε!...»
Η Ευλαλία εδάκρυσε τώρα από τη στενοχώρια κι έτρεμε:
«Όχι!...» είπε με σταθερή φωνή... «Όχι.»
«Η ανάγκη,» είπε ο Σπύρος μ’ ένα χαμόγελο αδιαφορίας, «κυβερνάει τον κόσμο… Θα ’θελα, λες, Ευλαλία, να προτιμήσω εγώ τη θυγατέρα του Αστέρη… Μου αρέσουν καλύτερα άλλες… Κι όμως… γιατί πρέπει κανείς να ζήσει!...»
Τώρα κ’ η μητέρα άξαφνα χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά της. Όλος εκείνος ο κόσμος, που είταν τριγύρω της, την εγέμιζε ελπίδες… Σε μία στιγμή το βαρύ σκοτάδι της συμφοράς τους είχε λιώσει στην καρδιά της, εδιορθωνόνταν τα πάντα, οι φροντίδες της εχάνονταν… Της πέρασε από το νου η ιδέα πως η κόρη της η Ευλαλία θα σφάλιζε έτσι για πάντα τη ζωή της, και σα να ονειρευότουν την είδε ομπρός της πλουσιοντυμένην, ελεύτερη, ωραία, προσκυνημένην απ’ όλη τη χώρα!… Ο πλούσιος άνθρωπος, που επροσφερνότουν, ήταν τέλος πάντων ένας επιστήμονας… κ’ είχε τη δύναμη να βοηθήσει αληθινά το ξεπεσμένο σπίτι… είχε τη δύναμη αυτός να μην αφήσει να χαθεί ολότελα το δικό της, που και για κείνο ελαχταρούσε… κι ήταν παρέτοιμη για όλα τούτα να του συγχωρήσει και τα ελαττώματά του, αν είχε και να λησμονήσει τη χυδαία καταγωγή του!...
Μα ο Γιώργης εκούνησε πικρά το κεφάλι κι είπε: «Δεν είναι άδικο να θυσιαστεί για μας;…»
«Θα τον έπαιρνα εγώ!...» είπε με ζωηρή ελπίδα η Λουίζα.
Εκείνη αδιαφορούσε για τον άνθρωπο και για την καταγωγή του κι ήξερε μόνο πως ήταν φτωχή, πως με τα πλούτη του θα μπορούσε να ζήσει μέσα στον κόσμο που εχαιρότουν τη ζωή, χωρίς αγώνες, χωρίς αδιάκοπες φροντίδες, χωρίς στενόχωρες ανάγκες· ήξερε πως το χρήμα χαρίζει δύναμη σ’ εκείνους που το ’χουν γι’ αυτό θα τον έπαιρνε εκείνη χωρίς να διστάζει ούτε στιγμή, χωρίς να πολυσυλλογιστεί την πράξη…
«Καημένη Λουίζα…» της είπε η μάνα μ’ ένα καινούριο τρυφερό δάκρυ· «την Ευλαλία θέλει!... Τώρα καταλαβαίνω, γιατί τόσον καιρό μας εκοίταζε… Δεν είχε σκοπό να γελάσει. Ω, Ευλαλία, άκουσέ με, εμέ τη μητέρα σου… μην καταφρονήσεις την τύχη σου! Σήμερα μάλιστα… Θα ’μαι ξέγνοιαστη για σένα, όταν θα κλείσω τα μάτια. Θα ξαλαφρώσεις ως κι εμάς!...»
«Ποτέ!...» αποκρίθηκε με απόφαση τώρα η Ευλαλία μπλέκοντας τα δάχτυλά της και κοιτάζοντας χάμου. Κ’ αιστάνθηκε πως η καρδιά της εφούσκωνε. Αιστάνθηκε πως είταν άνθρωπος με δικαιώματα στη ζωή, πως άλλος κανένας δεν ημπορούσε και δεν έπρεπε να εξουσιάσει και να εμπορευτεί το κορμί της, να την υποτάξει στη θέλησή του, να ζητήσει από αυτήν τη θυσία της αγάπης της! Με ποιο δικαίωμα αυτή, για πράγματα αξιοπεριφρόνητα και με δυο νέους στο σπίτι που μπορούσαν, όσο ήθελαν, να δουλέψουν, με ποιο δικαίωμα θα επίκραινε τον άντρα που την αγαπούσε;… ω, ας μην είχε γνωρίσει την αγάπη! Μα, ω πόσο θα ’ταν ευτυχισμένη, αν εκείνος τώρα την εζητούσε… εκείνος που όταν μιλούσε, που όταν θυμότουν τη φωνή του, έτρεμε!... Πόση θα ’ταν η ευτυχία της, αν ό,τι έβλεπε στ’ όνειρό της εγινότουν αλήθεια!...
«Ποτέ!» ξαναφώναξε... «Δεν παίρνω εκείνον τον άνθρωπο… Δεν μπορώ.»[…]

(1922)

"Η τιμή και το χρήμα" (απόσπασμα)

Εκείνη εκοίταξε πονεμένη τα αδέρφια της, εκατέβασε το βλέφαρο και δεν του
αποκρίθηκε.
"Γιατί δε χαίρεσαι;" την ερώτησε.
Κι αυτήν τη στιγμή εμπήκε στο σπίτι ο γέροντας ο Τρίνκουλος.  'Ετρεμε όλος,
αχνός, λιγνός, φοβισμένος, με μάτια που το κρασί από τόσα χρόνια τού τα' χε
θολώσει. Μα τώρα ήταν ξενέρωτος κι εδάκρυζε. Είχε ακούσει τα τελευταία τα
λόγια του Αντρέα κι αγκάλιασε μ' αγάπη τη θυγατέρα του. Κι εκεί δεν εμπόρεσε
πλια να βαστάξει. 'Ενα αναφιλητό βαρύ βαρύ του ετίναξε τα στήθη κι εμούγκρισε
για να μην ξεφωνίσει το κλάμα.
Κι ο Αντρέας στενοχωρημένος εκοίταζε τα δύο πλάσματα, που αγαπιόνταν, που
υπόφερναν εξαιτίας του και που τώρα δεν εμιλούσαν.
Τέλος ο πατέρας της είπε, σφίγγοντάς την στην αγκαλιά του: "Σ' εδυστύχεψε!"
Δεν είπε ποιος. Ο νους του ήταν ίσως για τη γυναίκα του, μα ο Αντρέας
ενόμισε πως τα λόγια τον εχτυπούσαν εκείνον, κι είπε: "Έφταιξα. μα τώρα
εδιορθωθήκανε όλα. Την Κυριακή βάζω στεφάνι. Εδώ τα κλειδιά του κομού. είπε
να μου τα δώκεις τα χίλια". "Και ξαναγοράζεις" του 'πε η Ρήνη πικρά "και την
αγάπη; Ω, τι έκαμες!" Κι εβάλθηκε να κλαίει.
"Την αγάπη;" ερώτησε αχνίζοντας.
"και δεν την έχω;"
"Όχι!" του αποκρίθηκε "όχι! για λίγα χρήματα ήσουνε έτοιμος να με πουλήσεις
και χωρίς αυτά δε μ' έπαιρνες. πάει τώρα η αγάπη. Επέταξε το πουλί!"
"Θα ξανάρθει" της απολογήθηκε λυπημένος, "στη ζεστή τη φωλιά του. Η ζωή μας
θα' ναι παράδεισος!"
"Όχι!" του 'πε. "έπειτα απ' ό,τι έκαμες όχι! κι α σ' αγαπούσα, δε θα
ερχόμουνα μαζί σου. Είμαι δουλεύτρα. ποιόνε έχω ανάγκη;" Και σε μία στιγμή
ξακολούθησε: "Γιατί ν' αδικηθούν τα αδέρφια μου;"
"Σ' εδυστύχεψε!" είπε πάλι πικρά ο πατέρας, που τώρα ήταν ξενέρωτος. "Γιατί
να μην τα δώσει από την αρχή όπως τση τό 'πα; Ανάθεμά τα τα τάλαρα!"
"Πάμε!" είπε ο Αντρέας.
"'Οχι!" του 'πε μ' απόφαση.
"εδώ είναι ο χωρισμός μας. θα πάω σε ξένα μέρη, σε ξένον κόσμο, σ' άλλους
τόπους. θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω το παιδί που θα γεννηθεί. Θα
μου δώσει η μάνα γράμματα για να 'βρω αλλού εργασία. θα τα πάρει από τες
κυράδες της. 'Οχι, δεν έρχομαι! Είμαι δουλεύτρα. ποιόνε έχω ανάγκη;" Κι
έπειτα από μία στιγμή σα ν' απαντούσε σε κάποια της σκέψη εξαναφώναξε: "Δεν
έρχομαι, δεν έρχομαι!"
Ο Αντρέας την εκοίταξε ξεταστικά κι εκατάλαβε πως όλα τα λόγια θα 'ταν
χαμένα.
"Ανάθεμά τα τα τάλαρα!" εφώναξε πάλι απελπισμένος. "Πάει η ευτυχία μου!"
Κι εβγήκε στο δρόμο.